Contionary:βράνατι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic βαρνατι, from Old Oltic βαρνατι, from Proto-Celtic *barnati, from Proto-Indo-European *gʷerH-

Pronunciation

Verb

βράνατι (vránati) (future stem βῖβρη-, Cyrillic spelling вранати)

  1. to proclaim, to suppose, to claim truth
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
βράνατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres βράνα βράνασι βράνατι βράνομου βράνατε βράνοντι βράνοντος βράνϝος
pst.pfv βράντου βράντες βράντ βράντομου βράντετε βράντον βράνομνος
pst.ipfv βράνανεν βράνιτου βράνα βράναμες βράνατες βράναντες
fut.pfv βῖβρηην βῖβρηησι βῖβρηητι βῖβρηημες βῖβρηητε βῖβρηηντι
fut.ipfv βῖβρηητεν βῖβρηητεσι βῖβρηητετι βῖβρηητεμες βῖβρηητετε βῖβρηητεντι
mid pres βράνου βράνατα βράνατο βράνομο βράναϝε βράνοντο βράνατιος
pst.pfv βράντο βράντουνς βράντος βράντουος
pst.ipfv βράνατει βράναντις βράνζος
fut.pfv βῖβρηη βῖβρηητα βῖβρηητο βῖβρηημο βῖβρηηϝε βῖβρηηντο
fut.ipfv βῖβρηητε βῖβρηητετα βῖβρηητετο βῖβρηητεμο βῖβρηητεϝε βῖβρηητεντο
imp act βράνι βράνατις
mid βράνατα βράναϝε