Contionary:γγὲλετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic γγελετι, from Old Oltic αγγελετι, from Ancient Greek ἀγγέλλω (angéllō)

Pronunciation

Verb

γγὲλετι (ngèleti) (Cyrillic spelling ђелети)

  1. to announce, to report
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
γγὲλετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres γγὲλου γγὲλεσι γγὲλετι γγὲλομου γγὲλετε γγὲλοντι γγὲλοντος γγὲλϝος
pst.pfv γγὲλτου γγὲλτες γγὲλτ γγὲλτομου γγὲλτετε γγὲλτον γγὲλομνος
pst.ipfv γγὲλενεν γγὲλιτου γγὲλε γγὲλεμες γγὲλετες γγὲλεντες
fut.pfv γγὲλην γγὲλησι γγὲλητι γγὲλημες γγὲλητε γγὲληντι
fut.ipfv γγὲλητεν γγὲλητεσι γγὲλητετι γγὲλητεμες γγὲλητετε γγὲλητεντι
mid pres γγὲλου γγὲλετα γγὲλετο γγὲλομο γγὲλεϝε γγὲλοντο γγὲλετιος
pst.pfv γγὲλτο γγὲλτουνς γγὲλτος γγὲλτουος
pst.ipfv γγὲλετει γγὲλεντις γγὲλζος
fut.pfv γγὲλη γγὲλητα γγὲλητο γγὲλημο γγὲληϝε γγὲληντο
fut.ipfv γγὲλητε γγὲλητετα γγὲλητετο γγὲλητεμο γγὲλητεϝε γγὲλητεντο
imp act γγὲλι γγὲλετις
mid γγὲλετα γγὲλεϝε