Contionary:γριλῆμος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ϝριλημος, from Old Oltic ϝριτλημος, from Proto-Celtic *writɸlāmos (see *writ- and *ɸlāmā), from Proto-Indo-European *wert-*pleh₂-

Pronunciation

Adjective

γριλῆμος (grilē͂mos) (Cyrillic spelling жилѣмос)

  1. ready, prepared
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
γριλῆμος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom γριλῆμος γριλῆμοι γριλῆμη γριλῆμης γριλῆμον γριλῆμη
voc γριλῆμε
acc γριλῆμον γριλῆμους γριλῆμην
gen γριλῆμι γριλῆμον γριλῆμης γριλῆμον γριλῆμι γριλῆμον
indef nom γριλῆμοσες γριλῆμοις γριλῆμησι γριλῆμησσι γριλῆμονεδ γριλῆμηδ
voc γριλῆμες
acc γριλῆμονες γριλῆμουσες γριλῆμηνσι
gen γριλῆμις γριλῆμονες γριλῆμησσι γριλῆμονσι γριλῆμιδ γριλῆμονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom γριλῆμιος γριλῆμιοι γριλῆμιη γριλῆμιης γριλῆμιον γριλῆμιη
voc γριλῆμιε
acc γριλῆμιον γριλῆμιους γριλῆμιην
gen γριλῆμιι γριλῆμιον γριλῆμιης γριλῆμιον γριλῆμιι γριλῆμιον
indef nom γριλῆμιοσες γριλῆμιοις γριλῆμιησι γριλῆμιησσι γριλῆμιονεδ γριλῆμιηδ
voc γριλῆμιες
acc γριλῆμιονες γριλῆμιουσες γριλῆμιηνσι
gen γριλῆμιις γριλῆμιονες γριλῆμιησσι γριλῆμιονσι γριλῆμιιδ γριλῆμιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom γριλῆμαμος γριλῆμαμοι γριλῆμαμη γριλῆμαμης γριλῆμαμον γριλῆμαμη
voc γριλῆμαμε
acc γριλῆμαμον γριλῆμαμους γριλῆμαμην
gen γριλῆμαμι γριλῆμαμον γριλῆμαμης γριλῆμαμον γριλῆμαμι γριλῆμαμον
indef nom γριλῆμαμοσες γριλῆμαμοις γριλῆμαμησι γριλῆμαμησσι γριλῆμαμονεδ γριλῆμαμηδ
voc γριλῆμαμες
acc γριλῆμαμονες γριλῆμαμουσες γριλῆμαμηνσι
gen γριλῆμαμις γριλῆμαμονες γριλῆμαμησσι γριλῆμαμονσι γριλῆμαμιδ γριλῆμαμονεδ