Contionary:δανσέτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From French dancer

Pronunciation

Verb

δανσέτι (danséti) (Cyrillic spelling дансети)

  1. to dance
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δανσέτι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres δανσού δανσέσι δανσέτι δανσόμου δανσέτε δανσόντι δανσόντος δανσϝός
pst.pfv δανστού δανστές δάνστ δανστόμου δανστέτε δανστόν δανσόμνος
pst.ipfv δανσένεν δανσίτου δανσέ δανσέμες δανσέτες δανσέντες
fut.pfv δανσήν δανσήσι δανσήτι δανσήμες δανσήτε δανσήντι
fut.ipfv δανσήτεν δανσήτεσι δανσήτετι δανσήτεμες δανσήτετε δανσήτεντι
mid pres δανσού δανσέτα δανσέτο δανσόμο δανσέϝε δανσόντο δανσέτιος
pst.pfv δανστό δανστούνς δανστός δανστούος
pst.ipfv δανσέτει δανσέντις δανσζός
fut.pfv δανσή δανσήτα δανσήτο δανσήμο δανσήϝε δανσήντο
fut.ipfv δανσήτε δανσήτετα δανσήτετο δανσήτεμο δανσήτεϝε δανσήτεντο
imp act δανσί δανσέτις
mid δανσέτα δανσέϝε