Contionary:δημόσιος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δημοσιος, from Old Oltic δημοσιος, from Ancient Greek δημόσιος (dēmósios)

Pronunciation

Adjective

δημόσιος (dēmósios) (Cyrillic spelling дѣмошос)

  1. public
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δημόσιος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom δημόσιος δημόσιοι δημόσιη δημόσιης δημόσιον δημόσιη
voc δημόσιε
acc δημόσιον δημόσιους δημόσιην
gen δημόσιι δημόσιον δημόσιης δημόσιον δημόσιι δημόσιον
indef nom δημόσιοσες δημόσιοις δημόσιησι δημόσιησσι δημόσιονεδ δημόσιηδ
voc δημόσιες
acc δημόσιονες δημόσιουσες δημόσιηνσι
gen δημόσιις δημόσιονες δημόσιησσι δημόσιονσι δημόσιιδ δημόσιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom δημόσιιος δημόσιιοι δημόσιιη δημόσιιης δημόσιιον δημόσιιη
voc δημόσιιε
acc δημόσιιον δημόσιιους δημόσιιην
gen δημόσιιι δημόσιιον δημόσιιης δημόσιιον δημόσιιι δημόσιιον
indef nom δημόσιιοσες δημόσιιοις δημόσιιησι δημόσιιησσι δημόσιιονεδ δημόσιιηδ
voc δημόσιιες
acc δημόσιιονες δημόσιιουσες δημόσιιηνσι
gen δημόσιιις δημόσιιονες δημόσιιησσι δημόσιιονσι δημόσιιιδ δημόσιιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom δημόσιμος δημόσιμοι δημόσιμη δημόσιμης δημόσιμον δημόσιμη
voc δημόσιμε
acc δημόσιμον δημόσιμους δημόσιμην
gen δημόσιμι δημόσιμον δημόσιμης δημόσιμον δημόσιμι δημόσιμον
indef nom δημόσιμοσες δημόσιμοις δημόσιμησι δημόσιμησσι δημόσιμονεδ δημόσιμηδ
voc δημόσιμες
acc δημόσιμονες δημόσιμουσες δημόσιμηνσι
gen δημόσιμις δημόσιμονες δημόσιμησσι δημόσιμονσι δημόσιμιδ δημόσιμονεδ