Contionary:δοκὰζατι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δοκαζατι, from Proto-Slavic *dokazati

Pronunciation

Verb

δοκὰζατι (dokàzati) (Cyrillic spelling доказати)

  1. to prove
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δοκὰζατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres δοκὰζα δοκὰζασι δοκὰζατι δοκὰζομου δοκὰζατε δοκὰζοντι δοκὰζοντος δοκὰζϝος
pst.pfv δοκὰστου δοκὰστες δοκὰστ δοκὰστομου δοκὰστετε δοκὰστον δοκὰζομνος
pst.ipfv δοκὰζανεν δοκὰζιτου δοκὰζα δοκὰζαμες δοκὰζατες δοκὰζαντες
fut.pfv δοκὰζην δοκὰζησι δοκὰζητι δοκὰζημες δοκὰζητε δοκὰζηντι
fut.ipfv δοκὰζητεν δοκὰζητεσι δοκὰζητετι δοκὰζητεμες δοκὰζητετε δοκὰζητεντι
mid pres δοκὰζου δοκὰζατα δοκὰζατο δοκὰζομο δοκὰζαϝε δοκὰζοντο δοκὰζατιος
pst.pfv δοκὰστο δοκὰστουνς δοκὰστος δοκὰστουος
pst.ipfv δοκὰζατει δοκὰζαντις δοκὰζζος
fut.pfv δοκὰζη δοκὰζητα δοκὰζητο δοκὰζημο δοκὰζηϝε δοκὰζηντο
fut.ipfv δοκὰζητε δοκὰζητετα δοκὰζητετο δοκὰζητεμο δοκὰζητεϝε δοκὰζητεντο
imp act δοκὰζι δοκὰζατις
mid δοκὰζατα δοκὰζαϝε

Derived terms