Contionary:δούβος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δουβος, from Old Oltic δουβους, from Proto-Celtic *dubus, from Proto-Indo-European *dʰewbʰ-

Pronunciation

Adjective

δούβος (doúvos) (Cyrillic spelling дувос)

  1. black
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δούβος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom δούβος δούβοι δούβη δούβης δούβον δούβη
voc δούβε
acc δούβον δούβους δούβην
gen δούβι δούβον δούβης δούβον δούβι δούβον
indef nom δούβοσες δούβοις δούβησι δούβησσι δούβονεδ δούβηδ
voc δούβες
acc δούβονες δούβουσες δούβηνσι
gen δούβις δούβονες δούβησσι δούβονσι δούβιδ δούβονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom δούβιος δούβιοι δούβιη δούβιης δούβιον δούβιη
voc δούβιε
acc δούβιον δούβιους δούβιην
gen δούβιι δούβιον δούβιης δούβιον δούβιι δούβιον
indef nom δούβιοσες δούβιοις δούβιησι δούβιησσι δούβιονεδ δούβιηδ
voc δούβιες
acc δούβιονες δούβιουσες δούβιηνσι
gen δούβιις δούβιονες δούβιησσι δούβιονσι δούβιιδ δούβιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom δούβαμος δούβαμοι δούβαμη δούβαμης δούβαμον δούβαμη
voc δούβαμε
acc δούβαμον δούβαμους δούβαμην
gen δούβαμι δούβαμον δούβαμης δούβαμον δούβαμι δούβαμον
indef nom δούβαμοσες δούβαμοις δούβαμησι δούβαμησσι δούβαμονεδ δούβαμηδ
voc δούβαμες
acc δούβαμονες δούβαμουσες δούβαμηνσι
gen δούβαμις δούβαμονες δούβαμησσι δούβαμονσι δούβαμιδ δούβαμονεδ

Derived terms