Contionary:δρίγγετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δριγγετι, from Old Oltic δριγγετι, from Proto-Celtic *dringeti, from Proto-Indo-European *dregʰ-

Pronunciation

Verb

δρίγγετι (dríngeti) (future stem δίριξ-, Cyrillic spelling дриђети)

  1. to climb
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. to continue, to advance, to proceed
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δρίγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres δρίγγου δρίγγεσι δρίγγετι δρίγγομου δρίγγετε δρίγγοντι δρίγγοντος δρίγγϝος
pst.pfv δρίγκτου δρίγκτες δρίγκτ δρίγκτομου δρίγκτετε δρίγκτον δρίγγομνος
pst.ipfv δρίγγενεν δρίγγιτου δρίγγε δρίγγεμες δρίγγετες δρίγγεντες
fut.pfv δίριξην δίριξησι δίριξητι δίριξημες δίριξητε δίριξηντι
fut.ipfv δίριξητεν δίριξητεσι δίριξητετι δίριξητεμες δίριξητετε δίριξητεντι
mid pres δρίγγου δρίγγετα δρίγγετο δρίγγομο δρίγγεϝε δρίγγοντο δρίγγετιος
pst.pfv δρίγκτο δρίγκτουνς δρίγκτος δρίγκτουος
pst.ipfv δρίγγετει δρίγγεντις δρίγγζος
fut.pfv δίριξη δίριξητα δίριξητο δίριξημο δίριξηϝε δίριξηντο
fut.ipfv δίριξητε δίριξητετα δίριξητετο δίριξητεμο δίριξητεϝε δίριξητεντο
imp act δρίγγι δρίγγετις
mid δρίγγετα δρίγγεϝε

Synonyms

(to continue):