Contionary:δῦξετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic δυξετι, from Old Oltic δυξεχετι, from Proto-Celtic *dīuxssweɸeti

Pronunciation

Verb

δῦξετι (dy͂xeti) (Cyrillic spelling дихсети)

  1. (transitive) to wake
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
δῦξετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres δῦξου δῦξεσι δῦξετι δῦξομου δῦξετε δῦξοντι δῦξοντος δῦξϝος
pst.pfv δῦξτου δῦξτες δῦξτ δῦξτομου δῦξτετε δῦξτον δῦξομνος
pst.ipfv δῦξενεν δῦξιτου δῦξε δῦξεμες δῦξετες δῦξεντες
fut.pfv δῦξην δῦξησι δῦξητι δῦξημες δῦξητε δῦξηντι
fut.ipfv δῦξητεν δῦξητεσι δῦξητετι δῦξητεμες δῦξητετε δῦξητεντι
mid pres δῦξου δῦξετα δῦξετο δῦξομο δῦξεϝε δῦξοντο δῦξετιος
pst.pfv δῦξτο δῦξτουνς δῦξτος δῦξτουος
pst.ipfv δῦξετει δῦξεντις δῦξζος
fut.pfv δῦξη δῦξητα δῦξητο δῦξημο δῦξηϝε δῦξηντο
fut.ipfv δῦξητε δῦξητετα δῦξητετο δῦξητεμο δῦξητεϝε δῦξητεντο
imp act δῦξι δῦξετις
mid δῦξετα δῦξεϝε