Contionary:εξρέγετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic εξρεγετι, from Old Oltic εξρεγετι, from Proto-Celtic *exsregeti (see *exs- and *regeti), from Proto-Indo-European *h₁eǵʰs*h₃reǵ-

Pronunciation

Verb

εξρέγετι (exrégeti) (future stem εξρίχ-, Cyrillic spelling ехсрејети)

  1. to stretch, to straighten
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
εξρέγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres εξρέγου εξρέγεσι εξρέγετι εξρέγομου εξρέγετε εξρέγοντι εξρέγοντος εξρέγϝος
pst.pfv εξρέκτου εξρέκτες εξρέκτ εξρέκτομου εξρέκτετε εξρέκτον εξρέγομνος
pst.ipfv εξρέγενεν εξρέγιτου εξρέγε εξρέγεμες εξρέγετες εξρέγεντες
fut.pfv εξρίχην εξρίχησι εξρίχητι εξρίχημες εξρίχητε εξρίχηντι
fut.ipfv εξρίχητεν εξρίχητεσι εξρίχητετι εξρίχητεμες εξρίχητετε εξρίχητεντι
mid pres εξρέγου εξρέγετα εξρέγετο εξρέγομο εξρέγεϝε εξρέγοντο εξρέγετιος
pst.pfv εξρέκτο εξρέκτουνς εξρέκτος εξρέκτουος
pst.ipfv εξρέγετει εξρέγεντις εξρέγζος
fut.pfv εξρίχη εξρίχητα εξρίχητο εξρίχημο εξρίχηϝε εξρίχηντο
fut.ipfv εξρίχητε εξρίχητετα εξρίχητετο εξρίχητεμο εξρίχητεϝε εξρίχητεντο
imp act εξρέγι εξρέγετις
mid εξρέγετα εξρέγεϝε