Contionary:εξρεμοῦκητι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic εξερμουκητι, from Old Oltic εξχερμουκητι

Pronunciation

Verb

εξρεμοῦκητι (exremou͂kēti) (Cyrillic spelling ехсремукети)

  1. to quench, put out, extinguish
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. (middle voice) to die out, to become extinct
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
εξρεμοῦκητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres εξρεμοῦκη εξρεμοῦκησι εξρεμοῦκητι εξρεμοῦκημου εξρεμοῦκητε εξρεμοῦκηντι εξρεμοῦκηντος εξρεμοῦκηϝος
pst.pfv εξρεμοῦκησσου εξρεμοῦκησσι εξρεμοῦκησσομου εξρεμοῦκησσετε εξρεμοῦκησσον εξρεμοῦκημνος
pst.ipfv εξρεμοῦκηνεν εξρεμοῦκητου εξρεμοῦκη εξρεμοῦκημες εξρεμοῦκητες εξρεμοῦκηντες
fut.pfv εξρεμοῦκιζημι εξρεμοῦκιζησι εξρεμοῦκιζητι εξρεμοῦκιζημος εξρεμοῦκιζητε εξρεμοῦκιζηντι
fut.ipfv εξρεμοῦκιζητεμι εξρεμοῦκιζητεσι εξρεμοῦκιζητετι εξρεμοῦκιζητεμος εξρεμοῦκιζητετε εξρεμοῦκιζητεντι
mid pres εξρεμοῦκη εξρεμοῦκητα εξρεμοῦκητο εξρεμοῦκημο εξρεμοῦκηϝε εξρεμοῦκηντο εξρεμοῦκητιος
pst.pfv εξρεμοῦκητουνς εξρεμοῦκητος εξρεμοῦκητουος
pst.ipfv εξρεμοῦκητει εξρεμοῦκηντις εξρεμοῦκηζος
fut.pfv εξρεμοῦκιζη εξρεμοῦκιζητα εξρεμοῦκιζητο εξρεμοῦκιζημο εξρεμοῦκιζηϝε εξρεμοῦκιζηντο
fut.ipfv εξρεμοῦκιζητε εξρεμοῦκιζητετα εξρεμοῦκιζητετο εξρεμοῦκιζητεμο εξρεμοῦκιζητεϝε εξρεμοῦκιζητεντο
imp act εξρεμοῦκη εξρεμοῦκητις
mid εξρεμοῦκητρις εξρεμοῦκηϝε