Contionary:ζιαλὶτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ζιαλιτι, from Proto-Slavic *žaliti

Pronunciation

Verb

ζιαλὶτι (zialìti) (Cyrillic spelling жалити)

  1. to grieve, to mourn, to lament, to despair
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ζιαλὶτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ζιαλὶ ζιαλὶσι ζιαλὶτι ζιαλὶμου ζιαλὶτε ζιαλὶντι ζιαλὶντος ζιαλὶϝος
pst.pfv ζιαλὶσσου ζιαλὶσσι ζιαλὶσσομου ζιαλὶσσετε ζιαλὶσσον ζιαλὶμνος
pst.ipfv ζιαλὶνεν ζιαλὶτου ζιαλὶ ζιαλὶμες ζιαλὶτες ζιαλὶντες
fut.pfv ζιαλὶζιμι ζιαλὶζισι ζιαλὶζιτι ζιαλὶζιμος ζιαλὶζιτε ζιαλὶζιντι
fut.ipfv ζιαλὶζιτεμι ζιαλὶζιτεσι ζιαλὶζιτετι ζιαλὶζιτεμος ζιαλὶζιτετε ζιαλὶζιτεντι
mid pres ζιαλὶ ζιαλὶτα ζιαλὶτο ζιαλὶμο ζιαλὶϝε ζιαλὶντο ζιαλὶτιος
pst.pfv ζιαλὶτουνς ζιαλὶτος ζιαλὶτουος
pst.ipfv ζιαλὶτει ζιαλὶντις ζιαλὶζος
fut.pfv ζιαλὶζι ζιαλὶζιτα ζιαλὶζιτο ζιαλὶζιμο ζιαλὶζιϝε ζιαλὶζιντο
fut.ipfv ζιαλὶζιτε ζιαλὶζιτετα ζιαλὶζιτετο ζιαλὶζιτεμο ζιαλὶζιτεϝε ζιαλὶζιτεντο
imp act ζιαλὶ ζιαλὶτις
mid ζιαλὶτρις ζιαλὶϝε