Contionary:κασκρῖνετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κασκρινετι, from Old Oltic κατακρινετι, from Ancient Greek κατακρίνω (katakrínō)

Pronunciation

Verb

κασκρῖνετι (kaskri͂neti) (Cyrillic spelling каскринети)

  1. to sentence with, to condemn to, to subject to
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κασκρῖνετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κασκρῖνου κασκρῖνεσι κασκρῖνετι κασκρῖνομου κασκρῖνετε κασκρῖνοντι κασκρῖνοντος κασκρῖνϝος
pst.pfv κασκρῖντου κασκρῖντες κασκρῖντ κασκρῖντομου κασκρῖντετε κασκρῖντον κασκρῖνομνος
pst.ipfv κασκρῖνενεν κασκρῖνιτου κασκρῖνε κασκρῖνεμες κασκρῖνετες κασκρῖνεντες
fut.pfv κασκρῖνην κασκρῖνησι κασκρῖνητι κασκρῖνημες κασκρῖνητε κασκρῖνηντι
fut.ipfv κασκρῖνητεν κασκρῖνητεσι κασκρῖνητετι κασκρῖνητεμες κασκρῖνητετε κασκρῖνητεντι
mid pres κασκρῖνου κασκρῖνετα κασκρῖνετο κασκρῖνομο κασκρῖνεϝε κασκρῖνοντο κασκρῖνετιος
pst.pfv κασκρῖντο κασκρῖντουνς κασκρῖντος κασκρῖντουος
pst.ipfv κασκρῖνετει κασκρῖνεντις κασκρῖνζος
fut.pfv κασκρῖνη κασκρῖνητα κασκρῖνητο κασκρῖνημο κασκρῖνηϝε κασκρῖνηντο
fut.ipfv κασκρῖνητε κασκρῖνητετα κασκρῖνητετο κασκρῖνητεμο κασκρῖνητεϝε κασκρῖνητεντο
imp act κασκρῖνι κασκρῖνετις
mid κασκρῖνετα κασκρῖνεϝε