Contionary:κομοῦνικετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κομουνικετι, from Old Oltic κομουνικετι, from Latin commūnicō

Pronunciation

Verb

κομοῦνικετι (komou͂niketi) (Cyrillic spelling комунићети)

  1. to receive/give the Eucharist/Holy Communion
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κομοῦνικετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κομοῦνικου κομοῦνικεσι κομοῦνικετι κομοῦνικομου κομοῦνικετε κομοῦνικοντι κομοῦνικοντος κομοῦνικϝος
pst.pfv κομοῦνικτου κομοῦνικτες κομοῦνικτ κομοῦνικτομου κομοῦνικτετε κομοῦνικτον κομοῦνικομνος
pst.ipfv κομοῦνικενεν κομοῦνικιτου κομοῦνικε κομοῦνικεμες κομοῦνικετες κομοῦνικεντες
fut.pfv κομοῦνικην κομοῦνικησι κομοῦνικητι κομοῦνικημες κομοῦνικητε κομοῦνικηντι
fut.ipfv κομοῦνικητεν κομοῦνικητεσι κομοῦνικητετι κομοῦνικητεμες κομοῦνικητετε κομοῦνικητεντι
mid pres κομοῦνικου κομοῦνικετα κομοῦνικετο κομοῦνικομο κομοῦνικεϝε κομοῦνικοντο κομοῦνικετιος
pst.pfv κομοῦνικτο κομοῦνικτουνς κομοῦνικτος κομοῦνικτουος
pst.ipfv κομοῦνικετει κομοῦνικεντις κομοῦνικζος
fut.pfv κομοῦνικη κομοῦνικητα κομοῦνικητο κομοῦνικημο κομοῦνικηϝε κομοῦνικηντο
fut.ipfv κομοῦνικητε κομοῦνικητετα κομοῦνικητετο κομοῦνικητεμο κομοῦνικητεϝε κομοῦνικητεντο
imp act κομοῦνικι κομοῦνικετις
mid κομοῦνικετα κομοῦνικεϝε

Derived terms