Contionary:κούσιαρος

Oltic

Etymology

From Yiddish כּשר (kshr)

Pronunciation

Adjective

κούσιαρος (koúsiaros) (Cyrillic spelling кушарос)

  1. kosher
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κούσιαρος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom κούσιαρος κούσιαροι κούσιαρη κούσιαρης κούσιαρον κούσιαρη
voc κούσιαρε
acc κούσιαρον κούσιαρους κούσιαρην
gen κούσιαρι κούσιαρον κούσιαρης κούσιαρον κούσιαρι κούσιαρον
indef nom κούσιαροσες κούσιαροις κούσιαρησι κούσιαρησσι κούσιαρονεδ κούσιαρηδ
voc κούσιαρες
acc κούσιαρονες κούσιαρουσες κούσιαρηνσι
gen κούσιαρις κούσιαρονες κούσιαρησσι κούσιαρονσι κούσιαριδ κούσιαρονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom κούσιαριος κούσιαριοι κούσιαριη κούσιαριης κούσιαριον κούσιαριη
voc κούσιαριε
acc κούσιαριον κούσιαριους κούσιαριην
gen κούσιαριι κούσιαριον κούσιαριης κούσιαριον κούσιαριι κούσιαριον
indef nom κούσιαριοσες κούσιαριοις κούσιαριησι κούσιαριησσι κούσιαριονεδ κούσιαριηδ
voc κούσιαριες
acc κούσιαριονες κούσιαριουσες κούσιαριηνσι
gen κούσιαριις κούσιαριονες κούσιαριησσι κούσιαριονσι κούσιαριιδ κούσιαριονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom κούσιαραμος κούσιαραμοι κούσιαραμη κούσιαραμης κούσιαραμον κούσιαραμη
voc κούσιαραμε
acc κούσιαραμον κούσιαραμους κούσιαραμην
gen κούσιαραμι κούσιαραμον κούσιαραμης κούσιαραμον κούσιαραμι κούσιαραμον
indef nom κούσιαραμοσες κούσιαραμοις κούσιαραμησι κούσιαραμησσι κούσιαραμονεδ κούσιαραμηδ
voc κούσιαραμες
acc κούσιαραμονες κούσιαραμουσες κούσιαραμηνσι
gen κούσιαραμις κούσιαραμονες κούσιαραμησσι κούσιαραμονσι κούσιαραμιδ κούσιαραμονεδ