Contionary:κρουχὶτι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κρουχιτι, from Proto-Slavic *krušiti

Pronunciation

Verb

κρουχὶτι (krouchìti) (Cyrillic spelling крушити)

  1. to clash, to run into, to collide
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κρουχὶτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κρουχὶ κρουχὶσι κρουχὶτι κρουχὶμου κρουχὶτε κρουχὶντι κρουχὶντος κρουχὶϝος
pst.pfv κρουχὶσσου κρουχὶσσι κρουχὶσσομου κρουχὶσσετε κρουχὶσσον κρουχὶμνος
pst.ipfv κρουχὶνεν κρουχὶτου κρουχὶ κρουχὶμες κρουχὶτες κρουχὶντες
fut.pfv κρουχὶζιμι κρουχὶζισι κρουχὶζιτι κρουχὶζιμος κρουχὶζιτε κρουχὶζιντι
fut.ipfv κρουχὶζιτεμι κρουχὶζιτεσι κρουχὶζιτετι κρουχὶζιτεμος κρουχὶζιτετε κρουχὶζιτεντι
mid pres κρουχὶ κρουχὶτα κρουχὶτο κρουχὶμο κρουχὶϝε κρουχὶντο κρουχὶτιος
pst.pfv κρουχὶτουνς κρουχὶτος κρουχὶτουος
pst.ipfv κρουχὶτει κρουχὶντις κρουχὶζος
fut.pfv κρουχὶζι κρουχὶζιτα κρουχὶζιτο κρουχὶζιμο κρουχὶζιϝε κρουχὶζιντο
fut.ipfv κρουχὶζιτε κρουχὶζιτετα κρουχὶζιτετο κρουχὶζιτεμο κρουχὶζιτεϝε κρουχὶζιτεντο
imp act κρουχὶ κρουχὶτις
mid κρουχὶτρις κρουχὶϝε