Contionary:κόμβινατι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κομβινατι, from Old Oltic κομβινατι, from Proto-Celtic *kombinati (see *kom- and *binati), from Proto-Indo-European *ḱóm*bʰeyh₂-

Pronunciation

Verb

κόμβινατι (kómvinati) (future stem κὸμβιυσ-, Cyrillic spelling комбинати)

  1. to fell, to cut down, to hew
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
  2. (poetic) to kill
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κόμβινατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κόμβινα κόμβινασι κόμβινατι κόμβινομου κόμβινατε κόμβινοντι κόμβινοντος κόμβινϝος
pst.pfv κόμβιντου κόμβιντες κόμβιντ κόμβιντομου κόμβιντετε κόμβιντον κόμβινομνος
pst.ipfv κόμβινανεν κόμβινιτου κόμβινα κόμβιναμες κόμβινατες κόμβιναντες
fut.pfv κὸμβιυσην κὸμβιυσησι κὸμβιυσητι κὸμβιυσημες κὸμβιυσητε κὸμβιυσηντι
fut.ipfv κὸμβιυσητεν κὸμβιυσητεσι κὸμβιυσητετι κὸμβιυσητεμες κὸμβιυσητετε κὸμβιυσητεντι
mid pres κόμβινου κόμβινατα κόμβινατο κόμβινομο κόμβιναϝε κόμβινοντο κόμβινατιος
pst.pfv κόμβιντο κόμβιντουνς κόμβιντος κόμβιντουος
pst.ipfv κόμβινατει κόμβιναντις κόμβινζος
fut.pfv κὸμβιυση κὸμβιυσητα κὸμβιυσητο κὸμβιυσημο κὸμβιυσηϝε κὸμβιυσηντο
fut.ipfv κὸμβιυσητε κὸμβιυσητετα κὸμβιυσητετο κὸμβιυσητεμο κὸμβιυσητεϝε κὸμβιυσητεντο
imp act κόμβινι κόμβινατις
mid κόμβινατα κόμβιναϝε