Contionary:λιουβὶτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic λιουβιτι, from Proto-Slavic *ľubiti

Pronunciation

Verb

λιουβὶτι (liouvìti) (Cyrillic spelling љувити)

  1. to love
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λιουβὶτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres λιουβὶ λιουβὶσι λιουβὶτι λιουβὶμου λιουβὶτε λιουβὶντι λιουβὶντος λιουβὶϝος
pst.pfv λιουβὶσσου λιουβὶσσι λιουβὶσσομου λιουβὶσσετε λιουβὶσσον λιουβὶμνος
pst.ipfv λιουβὶνεν λιουβὶτου λιουβὶ λιουβὶμες λιουβὶτες λιουβὶντες
fut.pfv λιουβὶζιμι λιουβὶζισι λιουβὶζιτι λιουβὶζιμος λιουβὶζιτε λιουβὶζιντι
fut.ipfv λιουβὶζιτεμι λιουβὶζιτεσι λιουβὶζιτετι λιουβὶζιτεμος λιουβὶζιτετε λιουβὶζιτεντι
mid pres λιουβὶ λιουβὶτα λιουβὶτο λιουβὶμο λιουβὶϝε λιουβὶντο λιουβὶτιος
pst.pfv λιουβὶτουνς λιουβὶτος λιουβὶτουος
pst.ipfv λιουβὶτει λιουβὶντις λιουβὶζος
fut.pfv λιουβὶζι λιουβὶζιτα λιουβὶζιτο λιουβὶζιμο λιουβὶζιϝε λιουβὶζιντο
fut.ipfv λιουβὶζιτε λιουβὶζιτετα λιουβὶζιτετο λιουβὶζιτεμο λιουβὶζιτεϝε λιουβὶζιτεντο
imp act λιουβὶ λιουβὶτις
mid λιουβὶτρις λιουβὶϝε

Derived terms