Contionary:λωὺνος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic λωυνος, from Old Oltic λοϝενος, from Proto-Celtic *lowenos, from Proto-Indo-European *leh₂w-

Pronunciation

Adjective

λωὺνος (lōỳnos) (Cyrillic spelling ломнос)

  1. merry, joyful
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λωὺνος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom λωὺνος λωὺνοι λωὺνη λωὺνης λωὺνον λωὺνη
voc λωὺνε
acc λωὺνον λωὺνους λωὺνην
gen λωὺνι λωὺνον λωὺνης λωὺνον λωὺνι λωὺνον
indef nom λωὺνοσες λωὺνοις λωὺνησι λωὺνησσι λωὺνονεδ λωὺνηδ
voc λωὺνες
acc λωὺνονες λωὺνουσες λωὺνηνσι
gen λωὺνις λωὺνονες λωὺνησσι λωὺνονσι λωὺνιδ λωὺνονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom λωὺνιος λωὺνιοι λωὺνιη λωὺνιης λωὺνιον λωὺνιη
voc λωὺνιε
acc λωὺνιον λωὺνιους λωὺνιην
gen λωὺνιι λωὺνιον λωὺνιης λωὺνιον λωὺνιι λωὺνιον
indef nom λωὺνιοσες λωὺνιοις λωὺνιησι λωὺνιησσι λωὺνιονεδ λωὺνιηδ
voc λωὺνιες
acc λωὺνιονες λωὺνιουσες λωὺνιηνσι
gen λωὺνιις λωὺνιονες λωὺνιησσι λωὺνιονσι λωὺνιιδ λωὺνιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom λωὺναμος λωὺναμοι λωὺναμη λωὺναμης λωὺναμον λωὺναμη
voc λωὺναμε
acc λωὺναμον λωὺναμους λωὺναμην
gen λωὺναμι λωὺναμον λωὺναμης λωὺναμον λωὺναμι λωὺναμον
indef nom λωὺναμοσες λωὺναμοις λωὺναμησι λωὺναμησσι λωὺναμονεδ λωὺναμηδ
voc λωὺναμες
acc λωὺναμονες λωὺναμουσες λωὺναμηνσι
gen λωὺναμις λωὺναμονες λωὺναμησσι λωὺναμονσι λωὺναμιδ λωὺναμονεδ