Contionary:λῦτικος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic λυτικος, from Old Oltic αλυτικος, from Ancient Greek Ἄλυτικος (Álutikos)

Pronunciation

Adjective

λῦτικος (ly͂tikos) (Cyrillic spelling литикос)

  1. Oltic, of the Oltans
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
λῦτικος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom λῦτικος λῦτικοι λῦτικη λῦτικης λῦτικον λῦτικη
voc λῦτικε
acc λῦτικον λῦτικους λῦτικην
gen λῦτικι λῦτικον λῦτικης λῦτικον λῦτικι λῦτικον
indef nom λῦτικοσες λῦτικοις λῦτικησι λῦτικησσι λῦτικονεδ λῦτικηδ
voc λῦτικες
acc λῦτικονες λῦτικουσες λῦτικηνσι
gen λῦτικις λῦτικονες λῦτικησσι λῦτικονσι λῦτικιδ λῦτικονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom λῦτικιος λῦτικιοι λῦτικιη λῦτικιης λῦτικιον λῦτικιη
voc λῦτικιε
acc λῦτικιον λῦτικιους λῦτικιην
gen λῦτικιι λῦτικιον λῦτικιης λῦτικιον λῦτικιι λῦτικιον
indef nom λῦτικιοσες λῦτικιοις λῦτικιησι λῦτικιησσι λῦτικιονεδ λῦτικιηδ
voc λῦτικιες
acc λῦτικιονες λῦτικιουσες λῦτικιηνσι
gen λῦτικιις λῦτικιονες λῦτικιησσι λῦτικιονσι λῦτικιιδ λῦτικιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom λῦτικαμος λῦτικαμοι λῦτικαμη λῦτικαμης λῦτικαμον λῦτικαμη
voc λῦτικαμε
acc λῦτικαμον λῦτικαμους λῦτικαμην
gen λῦτικαμι λῦτικαμον λῦτικαμης λῦτικαμον λῦτικαμι λῦτικαμον
indef nom λῦτικαμοσες λῦτικαμοις λῦτικαμησι λῦτικαμησσι λῦτικαμονεδ λῦτικαμηδ
voc λῦτικαμες
acc λῦτικαμονες λῦτικαμουσες λῦτικαμηνσι
gen λῦτικαμις λῦτικαμονες λῦτικαμησσι λῦτικαμονσι λῦτικαμιδ λῦτικαμονεδ