Contionary:μβιρὰτι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic μβιρατι, from Proto-Slavic *bьrati

Pronunciation

Verb

μβιρὰτι (mviràti) (Cyrillic spelling мбирати)

  1. to swindle, to defraud, to cheat
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
μβιρὰτι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres μβιρὰ μβιρὰσι μβιρὰτι μβιρὸμου μβιρὰτε μβιρὸντι μβιρὸντος μβιρϝὸς
pst.pfv μβιρτοὺ μβιρτὲς μβὶρτ μβιρτὸμου μβιρτὲτε μβιρτὸν μβιρὸμνος
pst.ipfv μβιρὰνεν μβιρὶτου μβιρὰ μβιρὰμες μβιρὰτες μβιρὰντες
fut.pfv μβιρὴν μβιρὴσι μβιρὴτι μβιρὴμες μβιρὴτε μβιρὴντι
fut.ipfv μβιρὴτεν μβιρὴτεσι μβιρὴτετι μβιρὴτεμες μβιρὴτετε μβιρὴτεντι
mid pres μβιροὺ μβιρὰτα μβιρὰτο μβιρὸμο μβιρὰϝε μβιρὸντο μβιρὰτιος
pst.pfv μβιρτὸ μβιρτοὺνς μβιρτὸς μβιρτοὺος
pst.ipfv μβιρὰτει μβιρὰντις μβιρζὸς
fut.pfv μβιρὴ μβιρὴτα μβιρὴτο μβιρὴμο μβιρὴϝε μβιρὴντο
fut.ipfv μβιρὴτε μβιρὴτετα μβιρὴτετο μβιρὴτεμο μβιρὴτεϝε μβιρὴτεντο
imp act μβιρὶ μβιρὰτις
mid μβιρὰτα μβιρὰϝε