Contionary:νιλοῦγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic νιλουγγετι, from Old Oltic ενιλουγγετι, from Proto-Celtic *enilungeti (see *eni- and *lungeti), from Proto-Indo-European *h₁én*lewg-. Doublet of νῖλουγγετι

Pronunciation

Verb

νιλοῦγγετι (nilou͂ngeti) (future stem νιλὶχ-, Cyrillic spelling нилуђети)

  1. to insert, to put in
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
νιλοῦγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres νιλοῦγγου νιλοῦγγεσι νιλοῦγγετι νιλοῦγγομου νιλοῦγγετε νιλοῦγγοντι νιλοῦγγοντος νιλοῦγγϝος
pst.pfv νιλοῦγκτου νιλοῦγκτες νιλοῦγκτ νιλοῦγκτομου νιλοῦγκτετε νιλοῦγκτον νιλοῦγγομνος
pst.ipfv νιλοῦγγενεν νιλοῦγγιτου νιλοῦγγε νιλοῦγγεμες νιλοῦγγετες νιλοῦγγεντες
fut.pfv νιλὶχην νιλὶχησι νιλὶχητι νιλὶχημες νιλὶχητε νιλὶχηντι
fut.ipfv νιλὶχητεν νιλὶχητεσι νιλὶχητετι νιλὶχητεμες νιλὶχητετε νιλὶχητεντι
mid pres νιλοῦγγου νιλοῦγγετα νιλοῦγγετο νιλοῦγγομο νιλοῦγγεϝε νιλοῦγγοντο νιλοῦγγετιος
pst.pfv νιλοῦγκτο νιλοῦγκτουνς νιλοῦγκτος νιλοῦγκτουος
pst.ipfv νιλοῦγγετει νιλοῦγγεντις νιλοῦγγζος
fut.pfv νιλὶχη νιλὶχητα νιλὶχητο νιλὶχημο νιλὶχηϝε νιλὶχηντο
fut.ipfv νιλὶχητε νιλὶχητετα νιλὶχητετο νιλὶχητεμο νιλὶχητεϝε νιλὶχητεντο
imp act νιλοῦγγι νιλοῦγγετις
mid νιλοῦγγετα νιλοῦγγεϝε