Contionary:ξηρός

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ξηρος, from Old Oltic ξηρος, from Ancient Greek ξηρός (xērós)

Pronunciation

Adjective

ξηρός (xērós) (Cyrillic spelling хсѣрос)

  1. dry-throated, hoarse
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ξηρός declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ξηρός ξηροί ξηρή ξηρής ξηρόν ξηρή
voc ξηρέ
acc ξηρόν ξηρούς ξηρήν
gen ξηρί ξηρόν ξηρής ξηρόν ξηρί ξηρόν
indef nom ξηρόσες ξηροίς ξηρήσι ξηρήσσι ξηρόνεδ ξηρήδ
voc ξηρές
acc ξηρόνες ξηρούσες ξηρήνσι
gen ξηρίς ξηρόνες ξηρήσσι ξηρόνσι ξηρίδ ξηρόνεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ξηριός ξηριοί ξηριή ξηριής ξηριόν ξηριή
voc ξηριέ
acc ξηριόν ξηριούς ξηριήν
gen ξηριί ξηριόν ξηριής ξηριόν ξηριί ξηριόν
indef nom ξηριόσες ξηριοίς ξηριήσι ξηριήσσι ξηριόνεδ ξηριήδ
voc ξηριές
acc ξηριόνες ξηριούσες ξηριήνσι
gen ξηριίς ξηριόνες ξηριήσσι ξηριόνσι ξηριίδ ξηριόνεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ξηράμος ξηράμοι ξηράμη ξηράμης ξηράμον ξηράμη
voc ξηράμε
acc ξηράμον ξηράμους ξηράμην
gen ξηράμι ξηράμον ξηράμης ξηράμον ξηράμι ξηράμον
indef nom ξηράμοσες ξηράμοις ξηράμησι ξηράμησσι ξηράμονεδ ξηράμηδ
voc ξηράμες
acc ξηράμονες ξηράμουσες ξηράμηνσι
gen ξηράμις ξηράμονες ξηράμησσι ξηράμονσι ξηράμιδ ξηράμονεδ