Contionary:ξορῖζετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic χοριζετι, from Old Oltic εξοριζετι, from Ancient Greek ἐξορίζω (exorízō)

Pronunciation

Verb

ξορῖζετι (xori͂zeti) (Cyrillic spelling хсоризети)

  1. to exile, to banish, to ban, to kick out
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ξορῖζετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ξορῖζου ξορῖζεσι ξορῖζετι ξορῖζομου ξορῖζετε ξορῖζοντι ξορῖζοντος ξορῖζϝος
pst.pfv ξορῖστου ξορῖστες ξορῖστ ξορῖστομου ξορῖστετε ξορῖστον ξορῖζομνος
pst.ipfv ξορῖζενεν ξορῖζιτου ξορῖζε ξορῖζεμες ξορῖζετες ξορῖζεντες
fut.pfv ξορῖζην ξορῖζησι ξορῖζητι ξορῖζημες ξορῖζητε ξορῖζηντι
fut.ipfv ξορῖζητεν ξορῖζητεσι ξορῖζητετι ξορῖζητεμες ξορῖζητετε ξορῖζητεντι
mid pres ξορῖζου ξορῖζετα ξορῖζετο ξορῖζομο ξορῖζεϝε ξορῖζοντο ξορῖζετιος
pst.pfv ξορῖστο ξορῖστουνς ξορῖστος ξορῖστουος
pst.ipfv ξορῖζετει ξορῖζεντις ξορῖζζος
fut.pfv ξορῖζη ξορῖζητα ξορῖζητο ξορῖζημο ξορῖζηϝε ξορῖζηντο
fut.ipfv ξορῖζητε ξορῖζητετα ξορῖζητετο ξορῖζητεμο ξορῖζητεϝε ξορῖζητεντο
imp act ξορῖζι ξορῖζετις
mid ξορῖζετα ξορῖζεϝε