Contionary:οβιμὰτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic οβουιματι, from Proto-Slavic *obъjьmati

Pronunciation

Verb

οβιμὰτι (ovimàti) (Cyrillic spelling овимати)

  1. to hug, to embrace
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
οβιμὰτι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres οβιμὰ οβιμὰσι οβιμὰτι οβιμὸμου οβιμὰτε οβιμὸντι οβιμὸντος οβιμϝὸς
pst.pfv οβιντοὺ οβιντὲς οβὶντ οβιντὸμου οβιντὲτε οβιντὸν οβιμὸμνος
pst.ipfv οβιμὰνεν οβιμὶτου οβιμὰ οβιμὰμες οβιμὰτες οβιμὰντες
fut.pfv οβιμὴν οβιμὴσι οβιμὴτι οβιμὴμες οβιμὴτε οβιμὴντι
fut.ipfv οβιμὴτεν οβιμὴτεσι οβιμὴτετι οβιμὴτεμες οβιμὴτετε οβιμὴτεντι
mid pres οβιμοὺ οβιμὰτα οβιμὰτο οβιμὸμο οβιμὰϝε οβιμὸντο οβιμὰτιος
pst.pfv οβιντὸ οβιντοὺνς οβιντὸς οβιντοὺος
pst.ipfv οβιμὰτει οβιμὰντις οβιμζὸς
fut.pfv οβιμὴ οβιμὴτα οβιμὴτο οβιμὴμο οβιμὴϝε οβιμὴντο
fut.ipfv οβιμὴτε οβιμὴτετα οβιμὴτετο οβιμὴτεμο οβιμὴτεϝε οβιμὴτεντο
imp act οβιμὶ οβιμὰτις
mid οβιμὰτα οβιμὰϝε