Contionary:πρίνατι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic πρινατι, from Old Oltic πρινατι, from Proto-Celtic *kʷrinati, from Proto-Indo-European *kʷreyh₂-

Pronunciation

Verb

πρίνατι (prínati) (future stem πῖπρισ-, Cyrillic spelling принати)

  1. to buy, to purchase
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
πρίνατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres πρίνα πρίνασι πρίνατι πρίνομου πρίνατε πρίνοντι πρίνοντος πρίνϝος
pst.pfv πρίντου πρίντες πρίντ πρίντομου πρίντετε πρίντον πρίνομνος
pst.ipfv πρίνανεν πρίνιτου πρίνα πρίναμες πρίνατες πρίναντες
fut.pfv πῖπρισην πῖπρισησι πῖπρισητι πῖπρισημες πῖπρισητε πῖπρισηντι
fut.ipfv πῖπρισητεν πῖπρισητεσι πῖπρισητετι πῖπρισητεμες πῖπρισητετε πῖπρισητεντι
mid pres πρίνου πρίνατα πρίνατο πρίνομο πρίναϝε πρίνοντο πρίνατιος
pst.pfv πρίντο πρίντουνς πρίντος πρίντουος
pst.ipfv πρίνατει πρίναντις πρίνζος
fut.pfv πῖπριση πῖπρισητα πῖπρισητο πῖπρισημο πῖπρισηϝε πῖπρισηντο
fut.ipfv πῖπρισητε πῖπρισητετα πῖπρισητετο πῖπρισητεμο πῖπρισητεϝε πῖπρισητεντο
imp act πρίνι πρίνατις
mid πρίνατα πρίναϝε