Contionary:πρὰβιτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic πραβιτι, from Proto-Slavic *praviti

Pronunciation

Verb

πρὰβιτι (pràviti) (Cyrillic spelling правити)

  1. to fix, to mend, to repair
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
πρὰβιτι conjugation (4th) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres πρὰβι πρὰβισι πρὰβιτι πρὰβιμου πρὰβιτε πρὰβιντι πρὰβιντος πρὰβιϝος
pst.pfv πρὰβισσου πρὰβισσι πρὰβισσομου πρὰβισσετε πρὰβισσον πρὰβιμνος
pst.ipfv πρὰβινεν πρὰβιτου πρὰβι πρὰβιμες πρὰβιτες πρὰβιντες
fut.pfv πρὰβιζιμι πρὰβιζισι πρὰβιζιτι πρὰβιζιμος πρὰβιζιτε πρὰβιζιντι
fut.ipfv πρὰβιζιτεμι πρὰβιζιτεσι πρὰβιζιτετι πρὰβιζιτεμος πρὰβιζιτετε πρὰβιζιτεντι
mid pres πρὰβι πρὰβιτα πρὰβιτο πρὰβιμο πρὰβιϝε πρὰβιντο πρὰβιτιος
pst.pfv πρὰβιτουνς πρὰβιτος πρὰβιτουος
pst.ipfv πρὰβιτει πρὰβιντις πρὰβιζος
fut.pfv πρὰβιζι πρὰβιζιτα πρὰβιζιτο πρὰβιζιμο πρὰβιζιϝε πρὰβιζιντο
fut.ipfv πρὰβιζιτε πρὰβιζιτετα πρὰβιζιτετο πρὰβιζιτεμο πρὰβιζιτεϝε πρὰβιζιτεντο
imp act πρὰβι πρὰβιτις
mid πρὰβιτρις πρὰβιϝε