Contionary:ρογγὰτι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ρογγατι, from Proto-Slavic *rǫgati

Pronunciation

  • Lua error in Module:IPA at line 483: Invalid IPA: replace g with ɡ.

Verb

ρογγὰτι (rongàti) (Cyrillic spelling ронгати)

  1. to ridicule, to mock, to make fun of
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ρογγὰτι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ρογγὰ ρογγὰσι ρογγὰτι ρογγὸμου ρογγὰτε ρογγὸντι ρογγὸντος ρογγϝὸς
pst.pfv ρογκτοὺ ρογκτὲς ρὸγκτ ρογκτὸμου ρογκτὲτε ρογκτὸν ρογγὸμνος
pst.ipfv ρογγὰνεν ρογγὶτου ρογγὰ ρογγὰμες ρογγὰτες ρογγὰντες
fut.pfv ρογγὴν ρογγὴσι ρογγὴτι ρογγὴμες ρογγὴτε ρογγὴντι
fut.ipfv ρογγὴτεν ρογγὴτεσι ρογγὴτετι ρογγὴτεμες ρογγὴτετε ρογγὴτεντι
mid pres ρογγοὺ ρογγὰτα ρογγὰτο ρογγὸμο ρογγὰϝε ρογγὸντο ρογγὰτιος
pst.pfv ρογκτὸ ρογκτοὺνς ρογκτὸς ρογκτοὺος
pst.ipfv ρογγὰτει ρογγὰντις ρογγζὸς
fut.pfv ρογγὴ ρογγὴτα ρογγὴτο ρογγὴμο ρογγὴϝε ρογγὴντο
fut.ipfv ρογγὴτε ρογγὴτετα ρογγὴτετο ρογγὴτεμο ρογγὴτεϝε ρογγὴτεντο
imp act ρογγὶ ρογγὰτις
mid ρογγὰτα ρογγὰϝε