Contionary:ρομάνικος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ρομανικος, from Old Oltic ρομηνικους, from Latin rōmānicus

Pronunciation

Adjective

ρομάνικος (románikos) (Cyrillic spelling романикос)

  1. Roman, Romance
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ρομάνικος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ρομάνικος ρομάνικοι ρομάνικη ρομάνικης ρομάνικον ρομάνικη
voc ρομάνικε
acc ρομάνικον ρομάνικους ρομάνικην
gen ρομάνικι ρομάνικον ρομάνικης ρομάνικον ρομάνικι ρομάνικον
indef nom ρομάνικοσες ρομάνικοις ρομάνικησι ρομάνικησσι ρομάνικονεδ ρομάνικηδ
voc ρομάνικες
acc ρομάνικονες ρομάνικουσες ρομάνικηνσι
gen ρομάνικις ρομάνικονες ρομάνικησσι ρομάνικονσι ρομάνικιδ ρομάνικονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ρομάνικιος ρομάνικιοι ρομάνικιη ρομάνικιης ρομάνικιον ρομάνικιη
voc ρομάνικιε
acc ρομάνικιον ρομάνικιους ρομάνικιην
gen ρομάνικιι ρομάνικιον ρομάνικιης ρομάνικιον ρομάνικιι ρομάνικιον
indef nom ρομάνικιοσες ρομάνικιοις ρομάνικιησι ρομάνικιησσι ρομάνικιονεδ ρομάνικιηδ
voc ρομάνικιες
acc ρομάνικιονες ρομάνικιουσες ρομάνικιηνσι
gen ρομάνικιις ρομάνικιονες ρομάνικιησσι ρομάνικιονσι ρομάνικιιδ ρομάνικιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ρομάνικαμος ρομάνικαμοι ρομάνικαμη ρομάνικαμης ρομάνικαμον ρομάνικαμη
voc ρομάνικαμε
acc ρομάνικαμον ρομάνικαμους ρομάνικαμην
gen ρομάνικαμι ρομάνικαμον ρομάνικαμης ρομάνικαμον ρομάνικαμι ρομάνικαμον
indef nom ρομάνικαμοσες ρομάνικαμοις ρομάνικαμησι ρομάνικαμησσι ρομάνικαμονεδ ρομάνικαμηδ
voc ρομάνικαμες
acc ρομάνικαμονες ρομάνικαμουσες ρομάνικαμηνσι
gen ρομάνικαμις ρομάνικαμονες ρομάνικαμησσι ρομάνικαμονσι ρομάνικαμιδ ρομάνικαμονεδ