Contionary:σκάρατι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic σκαρατι, from Old Oltic σκαρατι, from Proto-Celtic *skarati, from Proto-Indo-European *(s)ker-

Pronunciation

Verb

σκάρατι (skárati) (Cyrillic spelling скарати)

  1. to split, to cleave, to separate, to divide, to divorce
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
σκάρατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres σκάρα σκάρασι σκάρατι σκάρομου σκάρατε σκάροντι σκάροντος σκάρϝος
pst.pfv σκάρτου σκάρτες σκάρτ σκάρτομου σκάρτετε σκάρτον σκάρομνος
pst.ipfv σκάρανεν σκάριτου σκάρα σκάραμες σκάρατες σκάραντες
fut.pfv σκάρην σκάρησι σκάρητι σκάρημες σκάρητε σκάρηντι
fut.ipfv σκάρητεν σκάρητεσι σκάρητετι σκάρητεμες σκάρητετε σκάρητεντι
mid pres σκάρου σκάρατα σκάρατο σκάρομο σκάραϝε σκάροντο σκάρατιος
pst.pfv σκάρτο σκάρτουνς σκάρτος σκάρτουος
pst.ipfv σκάρατει σκάραντις σκάρζος
fut.pfv σκάρη σκάρητα σκάρητο σκάρημο σκάρηϝε σκάρηντο
fut.ipfv σκάρητε σκάρητετα σκάρητετο σκάρητεμο σκάρητεϝε σκάρητεντο
imp act σκάρι σκάρατις
mid σκάρατα σκάραϝε