Contionary:τρούξηκος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τρουξηκος, from Old Oltic τρουξηκος, from Proto-Celtic *truxsākos (see *truxsos), from Proto-Indo-European *twerḱ-

Pronunciation

Adjective

τρούξηκος (troúxēkos) (Cyrillic spelling трухсѣкос)

  1. broken
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τρούξηκος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom τρούξηκος τρούξηκοι τρούξηκη τρούξηκης τρούξηκον τρούξηκη
voc τρούξηκε
acc τρούξηκον τρούξηκους τρούξηκην
gen τρούξηκι τρούξηκον τρούξηκης τρούξηκον τρούξηκι τρούξηκον
indef nom τρούξηκοσες τρούξηκοις τρούξηκησι τρούξηκησσι τρούξηκονεδ τρούξηκηδ
voc τρούξηκες
acc τρούξηκονες τρούξηκουσες τρούξηκηνσι
gen τρούξηκις τρούξηκονες τρούξηκησσι τρούξηκονσι τρούξηκιδ τρούξηκονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom τρούξηκιος τρούξηκιοι τρούξηκιη τρούξηκιης τρούξηκιον τρούξηκιη
voc τρούξηκιε
acc τρούξηκιον τρούξηκιους τρούξηκιην
gen τρούξηκιι τρούξηκιον τρούξηκιης τρούξηκιον τρούξηκιι τρούξηκιον
indef nom τρούξηκιοσες τρούξηκιοις τρούξηκιησι τρούξηκιησσι τρούξηκιονεδ τρούξηκιηδ
voc τρούξηκιες
acc τρούξηκιονες τρούξηκιουσες τρούξηκιηνσι
gen τρούξηκιις τρούξηκιονες τρούξηκιησσι τρούξηκιονσι τρούξηκιιδ τρούξηκιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom τρούξηκαμος τρούξηκαμοι τρούξηκαμη τρούξηκαμης τρούξηκαμον τρούξηκαμη
voc τρούξηκαμε
acc τρούξηκαμον τρούξηκαμους τρούξηκαμην
gen τρούξηκαμι τρούξηκαμον τρούξηκαμης τρούξηκαμον τρούξηκαμι τρούξηκαμον
indef nom τρούξηκαμοσες τρούξηκαμοις τρούξηκαμησι τρούξηκαμησσι τρούξηκαμονεδ τρούξηκαμηδ
voc τρούξηκαμες
acc τρούξηκαμονες τρούξηκαμουσες τρούξηκαμηνσι
gen τρούξηκαμις τρούξηκαμονες τρούξηκαμησσι τρούξηκαμονσι τρούξηκαμιδ τρούξηκαμονεδ