Contionary:τωῦζητι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τωυζητι, from Old Oltic τοϝιζητι, from Proto-Celtic *towisswāti (see *towissus), from Proto-Indo-European *weyd-

Pronunciation

Verb

τωῦζητι (tōy͂zēti) (Cyrillic spelling товзѣти)

  1. to start, to begin
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τωῦζητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τωῦζη τωῦζησι τωῦζητι τωῦζημου τωῦζητε τωῦζηντι τωῦζηντος τωῦζηϝος
pst.pfv τωῦζησσου τωῦζησσι τωῦζησσομου τωῦζησσετε τωῦζησσον τωῦζημνος
pst.ipfv τωῦζηνεν τωῦζητου τωῦζη τωῦζημες τωῦζητες τωῦζηντες
fut.pfv τωῦζιζημι τωῦζιζησι τωῦζιζητι τωῦζιζημος τωῦζιζητε τωῦζιζηντι
fut.ipfv τωῦζιζητεμι τωῦζιζητεσι τωῦζιζητετι τωῦζιζητεμος τωῦζιζητετε τωῦζιζητεντι
mid pres τωῦζη τωῦζητα τωῦζητο τωῦζημο τωῦζηϝε τωῦζηντο τωῦζητιος
pst.pfv τωῦζητουνς τωῦζητος τωῦζητουος
pst.ipfv τωῦζητει τωῦζηντις τωῦζηζος
fut.pfv τωῦζιζη τωῦζιζητα τωῦζιζητο τωῦζιζημο τωῦζιζηϝε τωῦζιζηντο
fut.ipfv τωῦζιζητε τωῦζιζητετα τωῦζιζητετο τωῦζιζητεμο τωῦζιζητεϝε τωῦζιζητεντο
imp act τωῦζη τωῦζητις
mid τωῦζητρις τωῦζηϝε