Contionary:τύκητι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

Onomatopoeic

Pronunciation

Verb

τύκητι (týkēti) (Cyrillic spelling тикети)

  1. to pinch
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τύκητι conjugation (3rd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τύκη τύκησι τύκητι τύκημου τύκητε τύκηντι τύκηντος τύκηϝος
pst.pfv τύκησσου τύκησσι τύκησσομου τύκησσετε τύκησσον τύκημνος
pst.ipfv τύκηνεν τύκητου τύκη τύκημες τύκητες τύκηντες
fut.pfv τύκιζημι τύκιζησι τύκιζητι τύκιζημος τύκιζητε τύκιζηντι
fut.ipfv τύκιζητεμι τύκιζητεσι τύκιζητετι τύκιζητεμος τύκιζητετε τύκιζητεντι
mid pres τύκη τύκητα τύκητο τύκημο τύκηϝε τύκηντο τύκητιος
pst.pfv τύκητουνς τύκητος τύκητουος
pst.ipfv τύκητει τύκηντις τύκηζος
fut.pfv τύκιζη τύκιζητα τύκιζητο τύκιζημο τύκιζηϝε τύκιζηντο
fut.ipfv τύκιζητε τύκιζητετα τύκιζητετο τύκιζητεμο τύκιζητεϝε τύκιζητεντο
imp act τύκη τύκητις
mid τύκητρις τύκηϝε

Derived terms