Contionary:τὶσκατι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τισκατι, from Proto-Slavic *tiskati

Pronunciation

Verb

τὶσκατι (tìskati) (Cyrillic spelling тискати)

  1. to press, to squeeze, to tighten, to fasten
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τὶσκατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τὶσκα τὶσκασι τὶσκατι τὶσκομου τὶσκατε τὶσκοντι τὶσκοντος τὶσκϝος
pst.pfv τὶσκτου τὶσκτες τὶσκτ τὶσκτομου τὶσκτετε τὶσκτον τὶσκομνος
pst.ipfv τὶσκανεν τὶσκιτου τὶσκα τὶσκαμες τὶσκατες τὶσκαντες
fut.pfv τὶσκην τὶσκησι τὶσκητι τὶσκημες τὶσκητε τὶσκηντι
fut.ipfv τὶσκητεν τὶσκητεσι τὶσκητετι τὶσκητεμες τὶσκητετε τὶσκητεντι
mid pres τὶσκου τὶσκατα τὶσκατο τὶσκομο τὶσκαϝε τὶσκοντο τὶσκατιος
pst.pfv τὶσκτο τὶσκτουνς τὶσκτος τὶσκτουος
pst.ipfv τὶσκατει τὶσκαντις τὶσκζος
fut.pfv τὶσκη τὶσκητα τὶσκητο τὶσκημο τὶσκηϝε τὶσκηντο
fut.ipfv τὶσκητε τὶσκητετα τὶσκητετο τὶσκητεμο τὶσκητεϝε τὶσκητεντο
imp act τὶσκι τὶσκατις
mid τὶσκατα τὶσκαϝε