Contionary:τῖγνατι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τιγνατι, from Old Oltic ατιγνινατι, from Proto-Celtic *atigninuti (see *ati- and *gninuti), from Proto-Indo-European *éti*ǵneh₃-

Pronunciation

Verb

τῖγνατι (ti͂gnati) (Cyrillic spelling тињати)

  1. to perceive, to be aware of, to understand
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τῖγνατι conjugation (2nd) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τῖγνα τῖγνασι τῖγνατι τῖγνομου τῖγνατε τῖγνοντι τῖγνοντος τῖγνϝος
pst.pfv τῖντου τῖντες τῖντ τῖντομου τῖντετε τῖντον τῖγνομνος
pst.ipfv τῖγνανεν τῖγνιτου τῖγνα τῖγναμες τῖγνατες τῖγναντες
fut.pfv τῖγνην τῖγνησι τῖγνητι τῖγνημες τῖγνητε τῖγνηντι
fut.ipfv τῖγνητεν τῖγνητεσι τῖγνητετι τῖγνητεμες τῖγνητετε τῖγνητεντι
mid pres τῖγνου τῖγνατα τῖγνατο τῖγνομο τῖγναϝε τῖγνοντο τῖγνατιος
pst.pfv τῖντο τῖντουνς τῖντος τῖντουος
pst.ipfv τῖγνατει τῖγναντις τῖγνζος
fut.pfv τῖγνη τῖγνητα τῖγνητο τῖγνημο τῖγνηϝε τῖγνηντο
fut.ipfv τῖγνητε τῖγνητετα τῖγνητετο τῖγνητεμο τῖγνητεϝε τῖγνητεντο
imp act τῖγνι τῖγνατις
mid τῖγνατα τῖγναϝε