Contionary:τῖλιετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τιλιετι, from Old Oltic ατιλιετι, from Proto-Celtic *atiliyeti, from Proto-Indo-European *éti*leyH-

Pronunciation

Verb

τῖλιετι (ti͂lieti) (Cyrillic spelling тиљети)

  1. to stick, to adhere
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τῖλιετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τῖλιου τῖλιεσι τῖλιετι τῖλιομου τῖλιετε τῖλιοντι τῖλιοντος τῖλιϝος
pst.pfv τῖλτου τῖλτες τῖλτ τῖλτομου τῖλτετε τῖλτον τῖλιομνος
pst.ipfv τῖλιενεν τῖλιιτου τῖλιε τῖλιεμες τῖλιετες τῖλιεντες
fut.pfv τῖλιην τῖλιησι τῖλιητι τῖλιημες τῖλιητε τῖλιηντι
fut.ipfv τῖλιητεν τῖλιητεσι τῖλιητετι τῖλιητεμες τῖλιητετε τῖλιητεντι
mid pres τῖλιου τῖλιετα τῖλιετο τῖλιομο τῖλιεϝε τῖλιοντο τῖλιετιος
pst.pfv τῖλτο τῖλτουνς τῖλτος τῖλτουος
pst.ipfv τῖλιετει τῖλιεντις τῖλζος
fut.pfv τῖλιη τῖλιητα τῖλιητο τῖλιημο τῖλιηϝε τῖλιηντο
fut.ipfv τῖλιητε τῖλιητετα τῖλιητετο τῖλιητεμο τῖλιητεϝε τῖλιητεντο
imp act τῖλιι τῖλιετις
mid τῖλιετα τῖλιεϝε