Contionary:χρέξος

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic χρεξος, from Old Oltic χρεξους, from Proto-Celtic *ɸrexsus, from Proto-Indo-European *per-*dʰwes-

Pronunciation

Adjective

χρέξος (chréxos) (Cyrillic spelling хрехсос)

  1. near death, dying, moribund
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
χρέξος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom χρέξος χρέξοι χρέξη χρέξης χρέξον χρέξη
voc χρέξε
acc χρέξον χρέξους χρέξην
gen χρέξι χρέξον χρέξης χρέξον χρέξι χρέξον
indef nom χρέξοσες χρέξοις χρέξησι χρέξησσι χρέξονεδ χρέξηδ
voc χρέξες
acc χρέξονες χρέξουσες χρέξηνσι
gen χρέξις χρέξονες χρέξησσι χρέξονσι χρέξιδ χρέξονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom χρέξιος χρέξιοι χρέξιη χρέξιης χρέξιον χρέξιη
voc χρέξιε
acc χρέξιον χρέξιους χρέξιην
gen χρέξιι χρέξιον χρέξιης χρέξιον χρέξιι χρέξιον
indef nom χρέξιοσες χρέξιοις χρέξιησι χρέξιησσι χρέξιονεδ χρέξιηδ
voc χρέξιες
acc χρέξιονες χρέξιουσες χρέξιηνσι
gen χρέξιις χρέξιονες χρέξιησσι χρέξιονσι χρέξιιδ χρέξιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom χρέξαμος χρέξαμοι χρέξαμη χρέξαμης χρέξαμον χρέξαμη
voc χρέξαμε
acc χρέξαμον χρέξαμους χρέξαμην
gen χρέξαμι χρέξαμον χρέξαμης χρέξαμον χρέξαμι χρέξαμον
indef nom χρέξαμοσες χρέξαμοις χρέξαμησι χρέξαμησσι χρέξαμονεδ χρέξαμηδ
voc χρέξαμες
acc χρέξαμονες χρέξαμουσες χρέξαμηνσι
gen χρέξαμις χρέξαμονες χρέξαμησσι χρέξαμονσι χρέξαμιδ χρέξαμονεδ