Contionary:ωύλος

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ωυλος, from Old Oltic ουλος, from Proto-Celtic *olyos, from Proto-Indo-European *h₂el-

Pronunciation

Adjective

ωύλος (ōýlos) (Cyrillic spelling овлос)

  1. all, every
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ωύλος declension (o-stem)
m f n
sg pl sg pl sg pl
def nom ωύλος ωύλοι ωύλη ωύλης ωύλον ωύλη
voc ωύλε
acc ωύλον ωύλους ωύλην
gen ωύλι ωύλον ωύλης ωύλον ωύλι ωύλον
indef nom ωύλοσες ωύλοις ωύλησι ωύλησσι ωύλονεδ ωύληδ
voc ωύλες
acc ωύλονες ωύλουσες ωύληνσι
gen ωύλις ωύλονες ωύλησσι ωύλονσι ωύλιδ ωύλονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
comp def nom ωύλιος ωύλιοι ωύλιη ωύλιης ωύλιον ωύλιη
voc ωύλιε
acc ωύλιον ωύλιους ωύλιην
gen ωύλιι ωύλιον ωύλιης ωύλιον ωύλιι ωύλιον
indef nom ωύλιοσες ωύλιοις ωύλιησι ωύλιησσι ωύλιονεδ ωύλιηδ
voc ωύλιες
acc ωύλιονες ωύλιουσες ωύλιηνσι
gen ωύλιις ωύλιονες ωύλιησσι ωύλιονσι ωύλιιδ ωύλιονεδ
m f n
sg pl sg pl sg pl
sup def nom ωύλαμος ωύλαμοι ωύλαμη ωύλαμης ωύλαμον ωύλαμη
voc ωύλαμε
acc ωύλαμον ωύλαμους ωύλαμην
gen ωύλαμι ωύλαμον ωύλαμης ωύλαμον ωύλαμι ωύλαμον
indef nom ωύλαμοσες ωύλαμοις ωύλαμησι ωύλαμησσι ωύλαμονεδ ωύλαμηδ
voc ωύλαμες
acc ωύλαμονες ωύλαμουσες ωύλαμηνσι
gen ωύλαμις ωύλαμονες ωύλαμησσι ωύλαμονσι ωύλαμιδ ωύλαμονεδ