Contionary:ϝητεύετι

Oltic

Etymology

From Middle Oltic ϝητευετι, from Old Oltic ϝητευετι, from Ancient Greek γοητεύω (goēteúō)

Pronunciation

Verb

ϝητεύετι (wēteýeti) (Cyrillic spelling гветевети)

  1. to seduce, to tempt, to lead astray
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
ϝητεύετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres ϝητεύου ϝητεύεσι ϝητεύετι ϝητεύομου ϝητεύετε ϝητεύοντι ϝητεύοντος ϝητεύϝος
pst.pfv ϝητεύτου ϝητεύτες ϝητεύτ ϝητεύτομου ϝητεύτετε ϝητεύτον ϝητεύομνος
pst.ipfv ϝητεύενεν ϝητεύιτου ϝητεύε ϝητεύεμες ϝητεύετες ϝητεύεντες
fut.pfv ϝητεύην ϝητεύησι ϝητεύητι ϝητεύημες ϝητεύητε ϝητεύηντι
fut.ipfv ϝητεύητεν ϝητεύητεσι ϝητεύητετι ϝητεύητεμες ϝητεύητετε ϝητεύητεντι
mid pres ϝητεύου ϝητεύετα ϝητεύετο ϝητεύομο ϝητεύεϝε ϝητεύοντο ϝητεύετιος
pst.pfv ϝητεύτο ϝητεύτουνς ϝητεύτος ϝητεύτουος
pst.ipfv ϝητεύετει ϝητεύεντις ϝητεύζος
fut.pfv ϝητεύη ϝητεύητα ϝητεύητο ϝητεύημο ϝητεύηϝε ϝητεύηντο
fut.ipfv ϝητεύητε ϝητεύητετα ϝητεύητετο ϝητεύητεμο ϝητεύητεϝε ϝητεύητεντο
imp act ϝητεύι ϝητεύετις
mid ϝητεύετα ϝητεύεϝε