Contionary:αγκούδετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

αν- (an-) +‎ κούδετι (koúdeti)

Pronunciation

Verb

αγκούδετι (ankoúdeti) (Cyrillic spelling ангудети)

  1. to uncover, to unveil, to reveal
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)

Conjugation

αγκούδετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres αγκούδου αγκούδεσι αγκούδετι αγκούδομου αγκούδετε αγκούδοντι αγκούδοντος αγκούδϝος
pst.pfv αγκούττου αγκούττες αγκούττ αγκούττομου αγκούττετε αγκούττον αγκούδομνος
pst.ipfv αγκούδενεν αγκούδιτου αγκούδε αγκούδεμες αγκούδετες αγκούδεντες
fut.pfv αγκούδην αγκούδησι αγκούδητι αγκούδημες αγκούδητε αγκούδηντι
fut.ipfv αγκούδητεν αγκούδητεσι αγκούδητετι αγκούδητεμες αγκούδητετε αγκούδητεντι
mid pres αγκούδου αγκούδετα αγκούδετο αγκούδομο αγκούδεϝε αγκούδοντο αγκούδετιος
pst.pfv αγκούττο αγκούττουνς αγκούττος αγκούττουος
pst.ipfv αγκούδετει αγκούδεντις αγκούδζος
fut.pfv αγκούδη αγκούδητα αγκούδητο αγκούδημο αγκούδηϝε αγκούδηντο
fut.ipfv αγκούδητε αγκούδητετα αγκούδητετο αγκούδητεμο αγκούδητεϝε αγκούδητεντο
imp act αγκούδι αγκούδετις
mid αγκούδετα αγκούδεϝε