Contionary:κούδετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic κουδετι, from Old Oltic κουδετι, from Proto-Celtic *koudeti, from Proto-Indo-European *(s)kewH-

Pronunciation

Verb

κούδετι (koúdeti) (Cyrillic spelling кудети)

  1. to hide, to cover, to conceal
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
κούδετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres κούδου κούδεσι κούδετι κούδομου κούδετε κούδοντι κούδοντος κούδϝος
pst.pfv κούττου κούττες κούττ κούττομου κούττετε κούττον κούδομνος
pst.ipfv κούδενεν κούδιτου κούδε κούδεμες κούδετες κούδεντες
fut.pfv κούδην κούδησι κούδητι κούδημες κούδητε κούδηντι
fut.ipfv κούδητεν κούδητεσι κούδητετι κούδητεμες κούδητετε κούδητεντι
mid pres κούδου κούδετα κούδετο κούδομο κούδεϝε κούδοντο κούδετιος
pst.pfv κούττο κούττουνς κούττος κούττουος
pst.ipfv κούδετει κούδεντις κούδζος
fut.pfv κούδη κούδητα κούδητο κούδημο κούδηϝε κούδηντο
fut.ipfv κούδητε κούδητετα κούδητετο κούδητεμο κούδητεϝε κούδητεντο
imp act κούδι κούδετις
mid κούδετα κούδεϝε

Derived terms