Contionary:στούγγετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic στουγγετι, from Old Oltic στουγγετι, from Proto-Celtic *stungeti, from Proto-Indo-European *h₁eǵʰs*(s)tewg-. Doublet of ξοῦγγετι

Pronunciation

Verb

στούγγετι (stoúngeti) (Cyrillic spelling стуђети)

  1. to bend
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
στούγγετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres στούγγου στούγγεσι στούγγετι στούγγομου στούγγετε στούγγοντι στούγγοντος στούγγϝος
pst.pfv στούγκτου στούγκτες στούγκτ στούγκτομου στούγκτετε στούγκτον στούγγομνος
pst.ipfv στούγγενεν στούγγιτου στούγγε στούγγεμες στούγγετες στούγγεντες
fut.pfv στούγγην στούγγησι στούγγητι στούγγημες στούγγητε στούγγηντι
fut.ipfv στούγγητεν στούγγητεσι στούγγητετι στούγγητεμες στούγγητετε στούγγητεντι
mid pres στούγγου στούγγετα στούγγετο στούγγομο στούγγεϝε στούγγοντο στούγγετιος
pst.pfv στούγκτο στούγκτουνς στούγκτος στούγκτουος
pst.ipfv στούγγετει στούγγεντις στούγγζος
fut.pfv στούγγη στούγγητα στούγγητο στούγγημο στούγγηϝε στούγγηντο
fut.ipfv στούγγητε στούγγητετα στούγγητετο στούγγητεμο στούγγητεϝε στούγγητεντο
imp act στούγγι στούγγετις
mid στούγγετα στούγγεϝε