Contionary:τὸσκετι

From Linguifex
Jump to navigation Jump to search

Oltic

Etymology

From Middle Oltic τοσκετι, from Old Oltic τοδουκετι, from Proto-Celtic *toduketi (see *to- and *duketi), from Proto-Indo-European *dewk-

Pronunciation

Verb

τὸσκετι (tòsketi) (future stem τὸδιξ-, Cyrillic spelling тосћети)

  1. to steal, to rob
    (please add the primary text of this usage example)
    (please add an English translation of this usage example)
τὸσκετι conjugation (1st) sg pl ptcp ger
1 2 3 1 2 3
ind act pres τὸσκου τὸσκεσι τὸσκετι τὸσκομου τὸσκετε τὸσκοντι τὸσκοντος τὸσκϝος
pst.pfv τὸσκτου τὸσκτες τὸσκτ τὸσκτομου τὸσκτετε τὸσκτον τὸσκομνος
pst.ipfv τὸσκενεν τὸσκιτου τὸσκε τὸσκεμες τὸσκετες τὸσκεντες
fut.pfv τὸδιξην τὸδιξησι τὸδιξητι τὸδιξημες τὸδιξητε τὸδιξηντι
fut.ipfv τὸδιξητεν τὸδιξητεσι τὸδιξητετι τὸδιξητεμες τὸδιξητετε τὸδιξητεντι
mid pres τὸσκου τὸσκετα τὸσκετο τὸσκομο τὸσκεϝε τὸσκοντο τὸσκετιος
pst.pfv τὸσκτο τὸσκτουνς τὸσκτος τὸσκτουος
pst.ipfv τὸσκετει τὸσκεντις τὸσκζος
fut.pfv τὸδιξη τὸδιξητα τὸδιξητο τὸδιξημο τὸδιξηϝε τὸδιξηντο
fut.ipfv τὸδιξητε τὸδιξητετα τὸδιξητετο τὸδιξητεμο τὸδιξητεϝε τὸδιξητεντο
imp act τὸσκι τὸσκετις
mid τὸσκετα τὸσκεϝε

Synonyms

κιόρητι